- γύμνια
- nudité
Ελληνικό-Γαλλικό λεξικό. 2015.
Ελληνικό-Γαλλικό λεξικό. 2015.
γύμνια — και γύμνια και γδύμνια, η 1. το να είναι κάποιος γυμνός 2. φτώχεια 3. έλλειψη δένδρων 4. λεηλασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυμνός. Ο τ. γδύμνια* < γύμνια, με επίδραση τού γδύνω] … Dictionary of Greek
γύμνια — η 1. το να είναι κανείς γυμνός. 2. μτφ., φτώχεια, κενότητα: Η γύμνια της ψυχής … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
γδύμνια — η η γύμνια*. [ΕΤΥΜΟΛ. < γύμνια, με επίδραση τού γδύνω] … Dictionary of Greek
αδαμιαίος — α, ο (Α ἀδαμιαῑος, α, ον) [Ἀδάμ] νεοελλ. αυτός που χαρακτηρίζεται από ολοκληρωτική γύμνια όπως τού Αδάμ («αδαμιαία περιβολή») αρχ. 1. αυτός που ανήκει στον Αδάμ, κατά συνέπεια ο ανθρώπινος 2. (το αρσ. στον πληθ. ως ουσ.) οἱ Ἀδαμιαῑοι το γένος, οι … Dictionary of Greek
γυμνητεία — η (AM γυμνητεία) [γυμνητεύω] η γύμνια αρχ. στρατιώτες ελαφρά οπλισμένοι … Dictionary of Greek
γυμνός — ή, ό (AM γυμνός, ή, όν) 1. αυτός που δεν φοράει τίποτε 2. εκείνος που δεν φοράει όλα τα απαραίτητα ενδύματα, μισοντυμένος 3. εκείνος που φοράει κουρέλια, ο ρακένδυτος 4. στερημένος από κάτι 5. αβοήθητος 6. απαλλαγμένος από κάτι 7. (για τόπους)… … Dictionary of Greek
γύμνωση — η (AM γύμνωσις) [γυμνώ] 1. αφαίρεση ενδυμάτων, γδύσιμο 2. αφαίρεση πραγμάτων με αρπαγή, λεηλασία 3. γύμνια νεοελλ. στέρηση … Dictionary of Greek
ζορκιά — η [ζόρκος] γύμνια, γυμνότητα … Dictionary of Greek
κρύβω — και κρύπτω και κρύφτω (AM κρύπτω και κρύβω, Μ και κρύβγω, Α και κρύφω) 1. καλύπτω κάτι έτσι ώστε να μη φαίνεται, σκεπάζω (α. «προσπάθησε να κρύψει τη γύμνια του με ένα σεντόνι» β. «κεφαλὰς δὲ παναίθησιν κορύθεσσι κρύψαντες», Ομ. Ιλ. γ. «ὑφ… … Dictionary of Greek
ορφάνια — και ορφανία και αρφάνια, η (Α ὀρφανία) η στέρηση, λόγω θανάτου, τού ενός ή και τών δύο γονέων νεοελλ. η στέρηση τού προστάτη κάποιου αρχ. έλλειψη, στέρηση («ὀρφανία στεφάνων», Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ὀρφανία < ὀρφανός. Ο τ. ορφάνια < αρχ.… … Dictionary of Greek
τουρκιά — Χώρα της εγγύς Ανατολής. Το ευρωπαϊκό τμήμα της συνορεύει με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος, τον Εύξεινο Πόντο και την Προποντίδα. Το ασιατικό τμήμα της συνορεύει με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, το… … Dictionary of Greek